Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Δημογραφική συρρίκνωση-περιφερειακές ανισότητες και αθηνοκεντρισμός.

 

Απογραφή 2021: Η μείωση του πληθυσμού

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής ο  γηγενής πληθυσμός μειώθηκε κατά 3,5% μέσα σε μια δεκαετία -από 10.816.286 το 2011 στα 10.432.481 το 2021- , μεταβολή στην οποία συνέβαλε και η μαζική φυγή  των νέων την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Η πτωτική τάση του πληθυσμού αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στην απογραφή του 2011 για την δεκαετία 2001-2011, όπου η μείωση ανέρχονταν στα  147.734 άτομα. Η πληθυσμιακή μείωση συνεχίστηκε και την  διετία 2021-2023 σε ποσοστό 2,48% (264.650 άτομα), απόρροια και των θανάτων της πανδημίας Covid-19. (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ)

Το μερίδιο πληθυσμού σε εργάσιμη ηλικία (20-65 ετών) μειώθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, σχεδόν 1 στους 4 κατοίκους της χώρας είναι άνω των 65 ετών, ενώ οι άνω των 80 ετών είναι η ταχύτερα αυξανόμενη ηλικιακή ομάδα.

Η μείωση των γεννήσεων και ο δείκτης γήρανσης συνθέτουν την πιο αντικειμενική εικόνα της δημογραφικής κρίσης στη χώρα.

Με τον δείκτη γεννητικότητας να είναι μόλις 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, το έτος 2023 σε πληθυσμό 100 ατόμων στη χώρα, περίπου 13 άτομα ήταν ηλικίας 0-14 ετών, 64 άτομα ηλικίας 15-64 ετών και 23 άτομα ηλικίας 65+ ετών.

O Δείκτης Γήρανσης[1]  αυξήθηκε κατά 30,35%, από 131,8% το  2011 σε 171,8% το 2023. Ενώ το 2011 για κάθε 1 άτομο ηλικίας 0-14 ετών αντιστοιχούσαν περίπου 1,34 άτομα ηλικίας 65+ ετών, το 2023 αντιστοιχούν περίπου 1,72 άτομα. (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ)

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημογραφικές προβολές της EUROSTAT[2], ο εκτιμώμενος πληθυσμός της Ελλάδα θα μειωθεί κατά 14% το 2050 (περίπου 9 εκατ.) και κατά 25% μέχρι το 2070 (περίπου 7,5 εκατ.), ενώ το ποσοστό των άνω των 65 ετών ενδέχεται να αυξηθεί έως και 40% στο ίδιο διάστημα. Είναι προφανείς αλλά και πρωτοφανείς οι πιέσεις που αυτές οι εξελίξεις θα προκαλέσουν στην άμυνα, στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, αλλά και στην παραγωγική δυναμική και στις προοπτικές ανάπτυξης της χώρας.

Η γεωγραφική διάσταση του Δημογραφικού

Καίριας σημασίας, αν και δεν έχει ακόμη τύχει της ανάλογης προσοχής, είναι η γεωγραφική διάσταση του ζητήματος καθώς η πληθυσμιακή συρρίκνωση δεν κατανέμεται ισομερώς στις περιφέρειες της Ελλάδας. Η μεγάλη συγκέντρωση του πληθυσμού στις αστικές περιοχές, για παράδειγμα, δημιουργεί ζητήματα υποδομών, κυκλοφοριακής συμφόρησης και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, ενώ ταυτόχρονα εντείνονται οι κοινωνικές ανισότητες. Στις αγροτικές και ορεινές περιοχές, αντιθέτως, η πληθυσμιακή αραίωση, η έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες και η σταδιακή εγκατάλειψη ολόκληρων κοινοτήτων οδηγούν στην ερήμωση και στην παρακμή. Μια αντίληψη συγχωνεύσεων σε νέα διοικητικά κέντρα που υπαγόρευσε ο Νόμος Καλλικράτη (Ν. 3852/2010), παραβλέποντας τα γεωγραφικά δεδομένα της εκτεταμένης ορεινότητας και νησιωτικότητας της χώρας καθώς και τις ιστορικές παρακαταθήκες των Ελληνικών κοινοτήτων, συνέβαλε καθοριστικά στην τάση ερήμωσης πολλών μικρών τόπων.

Οι περιφέρειες που ενισχύονται πληθυσμιακά μεταξύ των απογραφών 2011 και 2021 είναι κυρίως το Νότιο Αιγαίο (αύξηση 6.1%) και η Κρήτη, με μια ασθενική αύξηση της τάξης του 0,2%. Είναι σαφής εδώ η συσχέτιση μεταξύ της συγκράτησης πληθυσμών, σε συνδυασμό με την υψηλότερη γονιμότητα, και την υψηλή χωροθέτηση τουριστικών δραστηριοτήτων. Εμβαθύνοντας στο επίπεδο των περιφερειακών ενοτήτων, η πληθυσμιακή αύξηση αφορά στις ενότητες του Νοτίου Αιγαίου (π.χ. Κως, Ρόδος) όπως και των Κυκλάδων (π.χ. Νάξος, Πάρος, Μύκονος) ενώ στις κερδισμένες περιοχές περιλαμβάνονται επίσης οι περιφερειακές ενότητες της Αττικής ή της Κρήτης (Λασίθι, Χανίων).



Διάγραμμα 1: Αύξηση μόνιμου πληθυσμού (% 2011-2021) Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

 

Έντονη πληθυσμιακή συρρίκνωση καταγράφεται κατ’ εξοχήν στις περιφερειακές ενότητες της Δυτικής Μακεδονίας αλλά και γενικότερα της Μακεδονίας (Σέρρες, Κιλκίς, Φλώρινα, Δράμα), καθώς και στην ευρύτερη περιοχή της Στερεάς Ελλάδας (Ευρυτανία, Φθιώτιδα, κ.α.)

 



Διάγραμμα 2: Μείωση μόνιμου πληθυσμού (% 2011-2021) Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

 

Σύμφωνα με στοιχεία, το 2022 το 47% του πληθυσμού διέμενε σε αστικές περιοχές, το 22% σε ημιαστικές περιοχές (με πληθυσμό από 2.000 έως 10.000) και το 30% σε αγροτικές περιοχές (με πληθυσμό < 2.000) (Eurostat). Ενώ ο συνολικός πληθυσμός της χώρας συρρικνώνεται, είναι εμφανής η συγκέντρωσή του στις δυο μεγαλύτερες περιφέρειες, την Αττική και την Κεντρική Μακεδονία.



Πίνακας 1: Ποσοστιαία κατανομή πληθυσμού ανά Περιφέρεια στο σύνολο της χώρας την 1η Ιανουαρίου για τα έτη 2011, 2021, 2022 & 2023 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Το διάστημα  2022-2023, το 53,52% του πληθυσμού κατοικεί σε αυτές τις δυο περιφέρειες και το υπόλοιπο 46,48% είναι μοιρασμένο στις 11 υπόλοιπες περιφέρειες (Πίνακας 1). Ενώ οι διαφοροποιήσεις στην κατανομή του πληθυσμού μεταξύ των περιφερειών είναι μικρές, η κυριαρχία της Αττικής έναντι των υπολοίπων είναι αξιοσημείωτη, με αύξηση του πληθυσμού κατά 1,40%, από 35,90% το 2011 στο 36,40% το 2023. Ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με 17,12% το 2023 καταγράφοντας ελάχιστη μείωση συγκριτικά με το 17,31% του 2011. Αντιθέτως, το Βόρειο Αιγαίο, τα Ιόνια Νησιά και η Δυτική Μακεδονία κατατάσσονται στις πιο αραιοκατοικημένες περιφέρειες με πληθυσμό 1,88%, 1,94% και 2,40% αντίστοιχα για το έτος 2023. Ακολουθούν η Ήπειρος (3,06%), το Νότιο Αιγαίο (3,14%), και η Στερεά Ελλάδα (4,84%), οι οποίες ήταν οι πιο αραιοκατοικημένες περιφέρειες και το 2011.

Στην ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού στις 13 περιφέρειες εμφανίζεται μείωση του ποσοστού της ηλικιακής ομάδας 0-14 από 14,64% το 2011 σε 13,36% το 2023 (Πίνακας 2).Εξίσου μείωση καταγράφει και η ομάδα πληθυσμού ηλικίας 15-64 ετών από 66,07% το 2011 σε 63,68% το 2023. Αντιθέτως, αύξηση σημειώθηκε στο πληθυσμό ηλικίας 65+ ετών από 19,29% το 2011 σε 22,96% το 2023.

 


Πίνακας 2: Ποσοστιαία κατανομή ηλικιακών ομάδων ανά Περιφέρεια την 1η Ιανουαρίου 2011 και 2021. Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ.

Η Ήπειρος καταγράφει τον υψηλότερο δείκτη γήρανσης συγκριτικά με το σύνολο της χώρας και τις υπόλοιπες περιφέρειες, με το ποσοστό των άνω των 65 να έχει αυξηθεί από 23,4% στο 27,9% σε 10 χρόνια. Εξίσου μεγάλη άνοδος του δείκτη γήρανσης παρατηρείται στις περιφέρειες της Πελοποννήσου, της Δυτικής Μακεδονίας, της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας. Ακολουθούν το Βόρειο Αιγαίο, η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, η Δυτική Ελλάδα, η Κεντρική Μακεδονία και τα Ιόνια Νησιά. Το Νότιο Αιγαίο, η Κρήτη και η Αττική, είναι οι περιφέρειες με τον χαμηλότερο δείκτη γήρανσης και χαρακτηρίζονται από τη συγκέντρωση ηλικιακά νεότερου πληθυσμού.

O Συνολικός Δείκτης Εξάρτησης[3] το έτος 2023 ήταν 57% και δείχνει ότι για κάθε εξαρτώμενο άτομο (ηλικίας 0-14 ετών και 65+ ετών) αντιστοιχούν περίπου 2 άτομα σε ηλικία εργασίας (15-64 ετών).

Η επόμενη δεκαετία θα πρέπει ν αντιμετωπιστεί ο αυξανόμενος αριθμός ηλικιωμένων οι οποίοι δε θα διαθέτουν οικογενειακή υποστήριξη, πράγμα το οποίο συνιστά ίσως τη μόνη από τις δημογραφικές προκλήσεις που  προλαβαίνουμε ακόμη να αντιμετωπίσουμε.

Οικονομικοί Περιφερειακοί Δείκτες

Στο διάστημα 2011-2022 η Αττική καταγράφει σταθερά το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ στο σύνολο της χώρας (46,96% το 2022), αποδεικνύοντας ότι είναι η πιο οικονομικά εύρωστη περιφέρεια στην Ελλάδα. Η Κεντρική Μακεδονία αποτελεί την αμέσως επόμενη περιφέρεια με σχετικά υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ (13,75% το 2022). Οι υπόλοιπες έντεκα περιφέρειες καταγράφουν πολύ χαμηλά ποσοστά του ΑΕΠ (αθροιστικά 39,29% το 2022) σε σύγκριση με το αθροιστικό ποσοστό του 60,71% επι του εθνικού ΑΕΠ που αντιστοιχεί  στις περιφέρειες της Αττικής και της Κεντρικής Μακεδονίας μαζί.



Πίνακας 3: ΑΕΠ ως ποσοστό συμμετοχής (%) ανά περιφέρεια στο σύνολο της χώρας για το διάστημα 2011-2022, έτος βάσης 2015. Πηγή: Eurostat.

Οι οικονομικές, κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες μεταξύ των περιφερειών οξύνθηκαν την περίοδο της  οικονομικής κρίσης. Οι περιοχές που δεν διαθέτουν αναπτυγμένες τουριστικές υποδομές έχουν επηρεαστεί περισσότερο, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της οικονομικής τους δραστηριότητας και την αύξηση της ανεργίας. Εδώ θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ο κίνδυνος αφελληνισμού η της ισχυρής εξάρτησης  των τοπικών οικονομιών από κεφάλαια χωρών που στέκονται αναθεωρητικά η εχθρικά απέναντι στη  χώρα. Η χορήγηση της visa express για παράδειγμα έχει καταστήσει ως σημαντικότερο πυλώνα της τουριστικής οικονομίας των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων την αγορά της Τουρκίας[4]. Το έλλειμμα εργατικών χεριών στον πρωτογενή τομέα καθιστά καθοριστικό τον ρόλο των μεταναστών εργατών γης σε πολλές αγροτικές περιοχές. Μόνο για το 2025, απαιτήθηκε η εργασία 50.000 εργατών γης από τρίτες χώρες σε σύνολο 80.000 μετακλήσεων για εξαρτημένη και εποχική εργασία[5].

 Οι περιφερειακές ανισότητες επηρεάζουν αρνητικά την παροχή δημόσιων υπηρεσιών και υποδομών, ιδιαίτερα στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, όπου οι υπηρεσίες είναι συχνά χαμηλής ποιότητας ή δύσκολα προσβάσιμες (OECD 2023). Ανισότητες που εφόσον δεν υπάρξει ισχυρή πολιτική βούληση προβλέπεται να οξυνθούν καθώς η έως τώρα πρόταση διαχείρισης των Ευρωπαϊκών πόρων προκρίνει την κεντρική διαχείριση με αφαίρεση των επιχειρησιακών προγραμμάτων των περιφερειών.

 

Αστικές vs Αγροτικές περιοχές

Η σταθεροποίηση της Αθήνας ως πρωτεύουσας του Ελληνισμού ήταν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της Μεγάλης Ιδέας μετά το 1922 και της οριστικής απώλειας του εθνικού οράματος για την απελευθέρωση της Πόλης. Σε επίπεδο χώρας έχει εμπεδωθεί η τάση αύξησης του αστικού πληθυσμού εις βάρος του αγροτικού ως μια ιστορική εξέλιξη που εκκινεί από  την δεκαετία του 60 προδιαγράφοντας την οριστική κρίση του αγροτικού κόσμου, την επέκταση της μικρο-ιδιοκτησίας  και των παρασιτικών αστικών μεσοστρωμάτων[6].

 


Διάγραμμα 3. Ποσοστιαία απόκλιση αστικού και αγροτικού πληθυσμού 1961-2026[7]

Εκτός της εγχώριας αιτιολογίας του φαινομένου της αστικοποίησης που σχετίζεται με τον μικρο-ελλαδισμό και τα παρασιτικά χαρακτηριστικά της ελίτ, η  αστικοποίηση αποτελεί παγκόσμια δυναμική. Σε μόλις 70 χρόνια το ποσοστό των ανθρώπων που ζει σε πόλεις αυξήθηκε από το 20% στο 44% με την τάση αυτή να είναι ιδιαιτέρως αυξητική στην Ασία, στην Αφρική και στην Νότια Αμερική που η εξέλιξη των πόλεων καθυστέρησε έναντι των βιομηχανικών χωρών. Το 2020 από τα 7,8 δις παγκόσμιου πληθυσμού τα 3,5 δις ζουν σε μεγάλες πόλεις, 2,8 δις σε μικρότερες  και προάστια και 1,6 δις σε αγροτικές περιοχές. Πόλεις όπως η Τζακάρτα της Ινδονησίας πλησιάζει τα 40 εκατ. πληθυσμό, το Τόκυο τα 34εκατ. το Νέο Δελχί τα 29 εκατ. , η Σαγκάη τα 27 εκατ και το Κάιρο τα 24 εκατ.



Διάγραμμα 4. Παγκόσμια Πληθυσμιακή κατανομή σε Πόλεις και Αγροτικές περιοχές 1950-2020. Πηγή: European Commission, Joint Research Centre (2025)

Η Θεωρία του χωρικού κύκλου

Τα αυξανόμενα μεγέθη πληθυσμού στα αστικά κέντρα είναι αποτέλεσμα της φυσικής αύξησης του πληθυσμού αλλά και της εσωτερικής & εξωτερικής μετανάστευσης προς τις αστικές περιοχές, παράγοντες που επηρεάζονται από πληθώρα κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων ως και πολλαπλών κρίσεων (π.χ. πόλεμοι, οικονομική και κλιματική κρίση, πανδημίες κ.α). Στην εμβάθυνση της ερμηνείας του φαινομένου συμβάλλει η θεωρία του χωρικού κύκλου (spatial cycle), που προτάθηκε από τον Klaassen (1981)[8] και εξελίχθηκε από τον Van den Berg (1982) στοχεύοντας να επεξηγήσει τα στάδια ανάπτυξης των αστικών κέντρων σε σχέση με το ευρύτερο χωρικό τους περιβάλλον. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η ανάπτυξη των αστικών περιοχών εξελίσσεται στα ακόλουθα τέσσερα στάδια:

·        Το στάδιο της αστικοποίησης (Urbanization stage), όταν ένας αστικός οικισμός αναπτύσσεται σε βάρος των  αγροτικών οικισμών.

·        Το στάδιο της προαστιοποίησης (Suburbanization stage) όπου μια ζώνη προαστίων αναπτύσσεται σε βάρος του αστικού πυρήνα.

·        Το στάδιο όπου αρχίζουν να παρουσιάζονται τάσεις αποκέντρωσης προς άλλα δορυφορικά αστικά κέντρα (Disurbanization stage).

·         Το στάδιο της επαναστικοποίησης, στο οποίο το αρχικό αστικό κέντρο παρουσιάζει εκ νέου ανάπτυξη (Reurbanization stage)

Η εξέλιξη της ανάπτυξης των προαστίων που αποτέλεσε πρόταση χωροταξικής μελέτης του Αρχιτεκτονικού γραφείου Δοξιάδη ήδη από τα 1972, αποτυπώνεται στα δεδομένα του Πίνακα 4. Ο Δήμος της Αθήνας αλλά και του Πειραιά μειώνουν διαρκώς τη συμμετοχή τους στο συνολικό πληθυσμό του Μητροπολιτικού Κέντρου σε όλη την περίοδο 1951-2021, και συγκεκριμένα της μεν πρώτης η συμμετοχή περιορίζεται στο μισό (18,86 % το 2021 έναντι 36,30 % το 1951) και του δεύτερου ακόμη περισσότερο (από 12,6 % σε 4,93 % στην ίδια περίοδο). Στην περίοδο των 70 ετών τα προάστια της Δυτικής Αττικής παρουσιάζουν σημαντική ενίσχυση της συμμετοχής τους στον συνολικό πληθυσμό, που σημαίνει ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού της σε σχέση με τους κεντρικούς Δήμους, με την μέγιστη συμμετοχή (17,10 %) να επιτυγχάνεται το 1971. Τριπλάσια συμμετοχή στην ίδια περίοδο επιτυγχάνουν τα ανατολικά προάστια (από 5,4 % το 1951 σε 14,89 % το 2021), γεγονός που αναδεικνύει τη συνέχιση της ταχείας αύξησης των προαστίων αυτών μέχρι και σήμερα. Τα πιο απομακρυσμένα προάστια ή ποιο απομακρυσμένες περιοχές της Ανατολικής και Δυτικής Αττικής (το λεγόμενο Υπόλοιπο Αττικής) αυξάνουν επίσης τη συμμετοχή τους κατά τη διάρκεια της  περιόδου αυτής, ιδιαίτερα από το 1991 για την πρώτη και από το 2001 για την δεύτερη περιοχή. Οι δορυφορικές πόλεις της Θήβας, της Χαλκίδας και της Κορίνθου ως σύνολο παρουσιάζουν στασιμότητα στη συμμετοχή τους στον συνολικό πληθυσμό της εξεταζόμενης περιοχής με μια ενδιάμεση κάμψη στην  περίοδο (1961-1991).





Πίνακας 4: Κατανομή αστικού πληθυσμού του Λεκανοπεδίου της Αθήνας και των πόλεων Θήβας, Χαλκίδας και Κορίνθου κατά διοικητικές ενότητες 1951-2021. Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Οι παραπάνω δυναμικές της προαστιοποίησης του λεκανοπεδίου ιδιαίτερα προς την Ανατολική Αττική με σημαντική την συμβολή του  αεροδρομίου των Σπάτων, ερμηνεύουν εν πολλοίς το σημαντικό κυκλοφοριακό πρόβλημα  με την εκθετική χρήση του ΙΧ,  τον κίνδυνο λειψυδρίας, την κατάρρευση των περιαστικών οικοσυστημάτων και τις ανεπαρκείς υποδομές που καθιστούν το λεκανοπέδιο ανοχύρωτο στις εκδηλώσεις της κλιματικής κρίσης.

Ενώ οι οικογένειες της μεσαίας τάξης εγκαταλείπουν το κέντρο των πόλεων και αναζητούν περιοχές με μονοκατοικίες ή ευρύχωρα διαμερίσματα, οι μειονοτικοί πληθυσμοί  ή ακόμη και οι παραβατικές ομάδες συγκεντρώνονται στο κέντρο της πόλης (γκετοποίηση), ενώ η αύξηση του πληθυσμού, οι αλλαγές στη δομή των νοικοκυριών και η υψηλότερη ζήτηση για κατοικίες, που προκύπτει από την αύξηση του εισοδήματος, αυξάνουν τη ζήτηση για περισσότερους οικισμούς, εκτινάσσοντας τις τιμές των ακινήτων. Η  Περιφέρεια Αττικής συγκεντρώνει το 45,04% των υπηκόων ξένων χωρών της Ελλάδας ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών μόνο στο Δήμο της Αθήνας δραστηριοποιούνται 5.164 επιχειρήσεις αλλοδαπών μεταξύ των οποίων 1500 Αλβανικές, 607 Μπαγκλαντεσιανών και 430 Πακιστανών (Πηγή: Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, 2026). Οι υπήκοοι ξένων χωρών επιλέγουν να εγκατασταθούν στο κέντρο της Αθήνας δεδομένου ότι: βρίσκουν φθηνότερα ενοίκια κατοικιών, οι μεταφορές τους είναι λιγότερες και ευκολότερες, υπάρχουν δυνατότητες συλλογικής διαμονής, υφίστανται κοινωνικές παροχές από κρατικούς φορείς ή δήμους (π.χ. συσσίτια, κοινωνικά φαρμακεία, ιατρεία κ.α.) ενώ επιτυγχάνεται ποιο εύκολα η συσπείρωση των πληθυσμών  μέσω της θρησκείας και των εθίμων.

Η διαμόρφωση της μεγά-πολης του Λεκανοπεδίου είναι το αποτέλεσμα όλης της αναπτυξιακής στρατηγικής που συντελέστηκε την περίοδο της Μεταπολίτευσης σφραγίζοντας τον παρασιτικό χαρακτήρα του οικονομικού μοντέλου που χρεωκόπησε την περίοδο των Μνημονίων. Από την κατανομή των Ευρωπαϊκών κονδυλίων ήδη από την περίοδο των ΜΟΠ μέχρι την Ολυμπιάδα του 2004 και έως το τρέχον μεγα-προτζεκτ του Ελληνικού και το όραμα της υπερ-τουριστικής Αθηναϊκής Ριβιέρας και του ιστορικού κέντρου[9], οι εγχώριες ελίτ υπονομεύουν κάθε προοπτική παραγωγικής ανασυγκρότησης και ισόρροπης ανάπτυξης της χώρας.

Κρίσιμο ερωτήματα αποτελεί το αν οι αδρές τάσεις επ-ανάπτυξης του αστικού κέντρου που προβλέπεται στην θεωρία του χωρικού κύκλου θα οδηγήσει και πότε στο καθαρό πέρασμα στο τέταρτο στάδιο της επαν-αστικοποίησης ή εάν η εξέλιξη θα συνεχιστεί προς ένα νέο στάδιο από-αστικοποίησης με αποδυνάμωση τόσο του κέντρου (Αθήνας) όσο και των κοντινών προς αυτό προαστίων προς όφελος της Περιφέρειας.

 

Αποκεντρώνοντας την πρωτεύουσα.

Σχεδιάζοντας με γνώμονα την εθνική ασφάλεια και ανθεκτικότητα σε συνθήκες πολυκρίσης που συνθέτουν οι μεγάλοι πόλεμοι στην περιοχή μας, ο Τουρκικός αναθεωρητισμός, η κλιματική κρίση και ο τεχνο-φεουδαλισμός της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και της ΤΝ, το μοντέλο της χωρικής μονοπολικότητας της Αθήνας αποτελεί την βασικότερη απειλή της εθνικής επιβίωσης τον 21ο αιώνα.

Ενίσχυση περιφερειακών πόλων.

Η υπερ-συσσώρευση των υπηρεσιών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε κεντρικές περιοχές της πόλης των Αθηνών (Υπουργεία, Υφυπουργεία, Αρχηγεία Ενόπλων Δυνάμεων, Σωμάτων Ασφαλείας, Διοικητικών Υπηρεσιών, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα) διατηρείται λειτουργώντας  ανταγωνιστικά σε κάθε προοπτική ενίσχυσης της περιφερειακότητας. Η μεταφορά διοικητικών υπηρεσιών εκτός Αθηνών θα ενίσχυε την δυναμική ανάπτυξης δορυφορικών πόλεων ανταγωνιστικών στον υδροκεφαλισμό της Πρωτεύουσας, σε μια κατεύθυνση εξισορρόπησης των χωρικών και πληθυσμιακών ανισοτήτων. Θα άξιζε να μελετηθεί εκ νέου η πρόταση του αρχιτέκτονα Σόλωνα Κυδωνιάτη[10] για την μεταφορά του διοικητικού κέντρου της πρωτεύουσας ως πρώτης προτεραιότητες σε μια στρατηγική αποκέντρωσης.

Η ανάπτυξη δορυφορικών πόλεων σε ανταγωνισμό με τα μεγάλα αστικά κέντρα αποτελεί διεθνή πρακτική για την ενίσχυση  της περιφερειακής & τοπικής ανάπτυξης.

Το πρόγραμμα «Μικρές Πόλεις του Αύριο» (Petites villes de demain) στη Γαλλία  ξεκίνησε το 2020 και περιλαμβάνει την κινητοποίηση πόρων ύψους 6 δις. ευρώ μέχρι και το 2026, προκειμένου να αναζωογονήσει περισσότερες από 1.600 πόλεις και δήμους, που ανήκουν σε περιφέρειες χαμηλής ανάπτυξης .

Το εν λόγω πρόγραμμα είναι παρόμοιο με το αντίστοιχο (Kleinstädte in Deutschland) της Γερμανίας (2018) το οποίο είχε επίσης στόχευση την ενδυνάμωση των μικρότερων πόλεων και τη μετατροπή τους σε προορισμούς που ευνοούν τη μόνιμη διαμονή, την απασχόληση και την τοπική ανάπτυξη (Dehne, 2022).

 

Ανάπτυξη Περιφερειακών Υποδομών.

Η επέκταση του σιδηροδρόμου στην Δυτική Ελλάδα και στην Ήπειρο θα αποτελούσε σημαντικό κίνητρο εγκατάστασης νέων οικογενειών και ηλικιωμένων. Η μαζική χρήση του  υδροπλάνου (Καναδάς)[11] θα βοηθούσε  στην μόνιμη εγκατάσταση σε νησιωτικές η απομονωμένες περιοχές, συντελώντας στην μεταφορά ανθρώπων, τροφίμων και φαρμάκων.

Η επέκταση του γρήγορου και δωρεάν ίντερνετ σε μικρούς οικισμούς, -στο οποίο έχουν επενδύσει μαζικά οι Σκανδιναβικές χώρες-σε συνδυασμό με την γενίκευση της θεσμοθετημένης τηλεεργασίας θα επέτρεπε σ ένα μεγάλο ποσοστό υπαλλήλων του δημοσίου και των υπηρεσιών ν μεταφέρουν την έδρα τους σε μικρούς τόπους της περιφέρειας. Οι ψηφιακές δικτυώσεις επιτρέπουν εξ αποστάσεως ένα σύνολο παρεχόμενων υπηρεσιών από διαγνώσεις μέσω της τηλεϊατρικής έως  την παρακολούθηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων,  πολιτιστικών γεγονότων ακόμα και τον σχεδιασμό η την παραγωγή σε τοπική κλίμακα εφαρμογών υψηλής προστιθέμενης αξίας.  Σχεδιάζοντας και αξιοποιώντας  τεχνολογικούς πόλους προσβάσιμους στους πολίτες θα ήταν δυνατή η παραγωγική επανεκκίνηση στη βάση ενός πιο καθετοποιημένου και συνεργατικού μοντέλου αίροντας παράλληλα το αίσθημα  της απομόνωσης του πληθυσμού της περιφέρεις και της αποκοπής του από κρίσιμες κοινωνικές υπηρεσίες.

 

Αξιοποιώντας τα  κλειστά σπίτια στα χωριά.

Η στεγαστική κρίση στα μεγάλα αστικά κέντρα αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα αποθάρρυνσης των νέων ζευγαριών  από το να κάνουν οικογένεια.  Ένα εθνικό πρόγραμμα αξιοποίησης των κλειστών σπιτιών στην περιφέρεια θα μπορούσε να συνδυαστεί με τα νέα προγράμματα κοινωνικής αντιπαροχής για την κατασκευή, μέσω ΣΔΙΤ, νέων κατοικιών συμβάλλοντας προοπτικά στην πτώση των ενοικίων στα αστικά κέντρα. Απαραίτητη είναι η ενεργός συμμετοχή των ΟΤΑ, των πολεοδομιών και του κτηματολογίου προκειμένου ν αντιμετωπιστούν κληρονομικές ή πολεοδομικές εκκρεμότητες των υφιστάμενων κλειστών σπιτιών ή των εγκαταλειμμένων αγροτικών εκτάσεων και υποδομών. Καλές πρακτικές όπως η παραχώρησή κατοικιών σε νέους κατοίκους με δέσμευση την ανακαίνισή τους ή την αξιοποίηση της γης  ή η κρατική επιδότηση της ανακαίνισης από κοινωνικούς συνεταιρισμούς σε μικρούς οικισμούς, θα μπορούσαν να αναζητηθούν στην Νότια Ιταλία (τα σπίτια του 1ος €)[12] ή στην  Γερμανία (στεγαστικοί συνεταιρισμοί-Baugruppen )[13].

Τα ευέλικτα μοντέλα ενοικίασης και οι νέοι τύποι συ-στέγασης, θα  μπορούσαν επίσης να απελευθερώσουν ακίνητα για τις νεότερες γενιές, ενώ θα  μετριάζουν τη μοναξιά των ηλικιωμένων. Αντίστοιχα οι κοινότητες συμβίωσης ηλικιωμένων[14] (co-housing) όπου οι ηλικιωμένοι μοιράζονται ένα μεγάλο διαμέρισμα ή ένα μεγάλο σπίτι-μονοκατοικία ή ένα συγκρότημα κατοικιών για να ζήσουν εκεί μαζί αποτελεί διαδεδομένη πρακτική σε πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις.

Το έλλειμμα της κοινωνικής κατοικίας για την οποία λείπει το νομικό πλαίσιο και τα φορολογικά κίνητρα, αντανακλούν το χαμηλό επίπεδο των συνεργατικών πρωτοβουλιών ελλείψει κοινωνικού υποκειμένου, δημοτικών προγραμμάτων αξιοποίησης άδειων σπιτιών και κατάλληλης τεχνικής υποστήριξης σε τοπικό επίπεδο.

 

Προς μια «ασημένια οικονομία» [15]– Η Υγιής Γήρανση

 

Η Ασημένια Οικονομία δεν είναι η οικονομία των ηλικιωμένων αλλά της μακροζωίας. Και η μακροζωία θα είναι μία από τις ισχυρότερες δυνάμεις που θα διαμορφώσουν τον 21ο αιώνα. Αποτελεί ένα πλέγμα πολιτικών που μπορεί να καθυστερήσει τη δημογραφική γήρανση εξοικονομώντας παράλληλα πόρους από τις δαπάνες στον τομέα της υγείας. Αυτό με την σειρά του μπορεί να ενισχύσει και την προοπτική της ενεργούς απασχόλησης των ηλικιωμένων. Στην παρούσα φάση υπάρχει μία συζήτηση για τη διεύρυνση των ορίων της συνταξιοδότησης ακόμα περισσότερο για να αντιμετωπιστεί η δημογραφική γήρανση, που θα ενταθεί μετά το 2032. Εντούτοις, μία τέτοια προοπτική δεν είναι ρεαλιστική και βιώσιμη υπό την έννοια ότι υπάρχουν επαγγέλματα που αντικειμενικά, λόγω βιολογικών και άλλων αλλαγών, δεν μπορούν να γίνουν από ηλικιωμένους. Υπάρχουν όμως και ηλικιωμένοι που μπορούν να εργαστούν και κάποιοι εξ αυτών το επιθυμούν και για προσωπικούς και κοινωνικούς λόγους, αλλά δεν μπορούν να το κάνουν λόγω της συνταξιοδότησης. Για αυτούς θα μπορούσε  να διαμορφωθεί ένα ευέλικτο πλαίσιο που να τους επιτρέπει την πρόσβαση στην απασχόληση χωρίς όμως να τους στερεί τους πόρους που ήδη δικαιούνται και που ουσιαστικά έχουν οι ίδιοι πληρώσει στο παρελθόν. Ο συνδυασμός μερικής απασχόλησης, κοινοτικής εργασίας, ενίσχυσης της αυτάρκειας και συμβολής στην πολιτική προστασία και στην παλαιική άμυνα είναι ένα μοντέλο αξιοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων που αντιμετωπίζει την απομόνωση και την κατάθλιψη σημαντικής μερίδας ηλικιωμένων μετά την συνταξιοδότηση τους κάνοντας τους να αισθάνονται κοινωνικά και εθνικά χρήσιμοι.

 

Ένα νέο εθνικό όραμα που θα δημιουργήσει όρους κοινωνικού κινήματος.

Στην Ελλάδα, η δημογραφική πολιτική ήταν εκτός του τυπικού Συντάγματος, πριν την αναθεώρηση του 2001, με την οποία προστέθηκε η νέα παράγραφος 5, στο άρθρο 21 το οποίο είναι αφιερωμένο κυρίως στο θεσμό της οικογένειας.

Περίπου μία εικοσαετία μετά, η κυβέρνηση η οποία προέκυψε μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιουνίου 2023 απέκτησε το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Διαθέτει αρμόδια για το δημογραφικό ζήτημα οργανική μονάδα, τη Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής.  Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό, παρουσιάστηκε στις 4 Μαρτίου 2024 στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας από την αρμόδια υπουργό. Οι 5 άξονες του Σχεδίου: 1. στήριξη της οικογένειας 2. ενίσχυση του εργατικού δυναμικού 3. διαχείριση της μακροβιότητας / γήρανσης του πληθυσμού 4. βελτίωση της ποιότητας ζωής και 5. προώθηση της ανάπτυξης, θα παραμείνουν ευχολόγια αν δεν συμπεριλάβουν ένα σχέδιο αποκέντρωσης και δεν συγκροτήσουν κοινωνικά υποκείμενα που θα την επιδιώκουν στο πεδίου.

Το επιτυχημένο παράδειγμα της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Νέα Ζωή στο Χωριό», με δημιουργία υποδομών (κατοικίες, εργασία, παιδικές δραστηριότητες και κοινωνική στήριξη) για την εγκατάσταση νέων κατοίκων αρχικά στα Φουρνά της Ευρυτανίας, που σταδιακά επεκτείνεται λαμβάνοντας πανελλαδικό χαρακτήρα, θα πρέπει να προβληθεί και να στηριχθεί από χρηματοδοτικά εργαλεία όπως αυτό της Κοινωνικής Καινοτομίας. Αντίστοιχα η  Αρκαδιανή  που αποτελεί  μια πολύ-λειτουργική αγροτο-τουριστική μονάδα στο Ψάρι Γορτυνίας, ζωντανό παράδειγμα εκσυγχρονισμού της παράδοσης μας.

Η Βαμβακού στη Λακωνία είναι ένα χωριό που αναγεννήθηκε από τις στάχτες του χάρη στην πρωτοβουλία 4ων νέων ανθρώπων που εγκαταστάθηκαν μόνιμα εκεί αξιοποιώντας μια ιδιωτική χρηματοδότηση. Δεκάδες πρωτοβουλίες που περιλαμβάνουν επιχειρηματικότητα, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δράσεις έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια στην χώρα , με φεστιβάλ όπως το Sarista στο εγκαταλειμμένο χωριό Παλιά Βλαχάτα της Σάμης, στην Κεφαλονιά, ή το «Φαερόπ» στην Ξάνθη για την αναβίωση της παραγωγικής και βιομηχανικής κληρονομιάς και του συνεργατισμού από τη νεοσύστατη ΑΜΚΕ Παστάλι, εμπνευσμένη από την παράδοση των καπνεργατών και τον Αλέξανδρο Μπαλτατζή.

Τα εγχειρήματα αυτά θα πρέπει να συνδεθούν οργανικά με τα μέτρα πολιτικής του εθνικού σχεδίου για την δημογραφία και την αποκέντρωση, διασφαλίζοντας επαρκή χρηματοδότησης  ώστε να αποτελέσουν τα απτά παραδείγματα ενός ευρύτερου και μακροπρόθεσμου οράματος που θα βρει μιμητές και πολλαπλασιαστές.

Κλείνοντας,

το όραμα για το 2050 δεν μπορεί να είναι απλά η προσαρμογή στις δημογραφική συρρίκνωση. Η ανάπτυξη των περιφερειών πρέπει να βασιστεί σε στρατηγικές που θα συγκρατήσουν ή/και θα προσελκύσουν νέους ανθρώπους, θα αναζωογονήσουν τις αγροτικές κοινότητες και θα αναδείξουν τις μοναδικές πολιτισμικές και περιβαλλοντικές δυνατότητες κάθε περιοχής προσδίδοντας και πάλι την οικουμενική δυναμική του Ελληνισμού. Η αποκέντρωση με την από-ανάπτυξη της μεγάπολης του Λεκανοπεδίου θα μπορούσε να αποτελέσει την νέα Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού τον 21ο αιώνα.

 Νίκος Ντάσιος

Εισήγηση στην διαδικτυακή εκδήλωση ΑΡΔΗΝ: "Τα κοινωνικά καρκινώματα της Ελλάδας: Αθηνοκεντρισμός και στεγαστική κρίση"  23.07.2026

 

Dehne P. (2022) Policies and urban planning in small and medium-sized towns in Germany and France.

Ενημερωτικό δελτίο του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ).

Καραμπελιάς Γιώργος (1982) Μικρομεσαία Δημοκρατία, εκδ. Κομμούνα.

Καραμπελιάς Γιώργος (1989) Κράτος και κοινωνία στη Μεταπολίτευση (1974-1988), εκδ. Εξάντας.

 Καρκάνης Δ. &  Ραγάζου Κ,  (2024) Δημογραφικές Ανισορροπίες και Περιφερειακή Ανάπτυξη - Μια σύντομη αναδρομή στην υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Κοτζαμάνης Β. (2024), Η αναγκαιότητα μιας δημογραφικής πολιτικής, Η Ναυτεμπορική.

 Μανιάτης Α,  Αδαμόπουλος  Α. (2024) Συνταγματική προσέγγιση της δημογραφικής πολιτικής.

Κυδωνιάτης Σ. (2006) Μεταφορά Πρωτευούσης, εκδόσεις Ποδηλάτες.

Ρακάς Γ. (2024) Υπερτουρισμός Ανέμελος Καπιταλισμός και κοινωνική κρίση της πόλης εκδ. Πατάκη.

  Ρόντος Κ ,   Αντώνογλου Δ, (2024) Ο πληθυσμός και οι ενδοπεριφερειακές εξελίξεις στο μητροπολιτικό κέντρο της   Αθήνας 1951-2051.

Χαλίδης Α.,  Μιχαηλίδης Θ. Καινοτόμοι Στεγαστικοί Συνεταιρισμοί του Βερολίνου «Baugruppen», Ερευνητική Διπλωματική Εργασία, Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ.

  Χατζηθεοδωρίδης Φ,  Λοΐζου Ε,  Τόσκα Ε, Καλογιαννίδης Σ. (2024)  Δημογραφικές Μεταβολές και Περιφερειακές Ανισότητες:   επίδραση της γήρανσης του πληθυσμού στην ανάδειξη των περιφερειακών  ανισοτήτων στην Ελλάδα το διάστημα 2011-2023.



[1]  Δείκτης Γήρανσης = P(65+)/P(0—14)X 100, υπολογίζει το ποσοστό των οικονομικά ανενεργών ατόμων μεγάλης ηλικίας (65+ ετών) ως προς των αριθμό των νεαρών ατόμων, παιδιά και έφηβοι, ηλικίας (0-14 ετών).

[3] Συνολικός Δείκτης Εξάρτησης= P(0-14) + P(65+)/P (15-64)X 100. Ο δείκτης υπολογίζει το ποσοστό του οικονομικά ανενεργού πληθυσμού, των εξαρτώμενων νεαρών ατόμων ηλικίας 0-14 ετών και των ηλικιωμένων ατόμων ηλικίας 65 και άνω, ως προς το σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού ηλικίας 15-64 ετών

[6] Μικρομεσαία Δημοκρατία & Κράτος και Κοινωνία στη Μεταπολίτευση, Γιώργος Καραμπελιάς

[7] Τι γίνεται με την αποκέντρωση; Αντώνης Σπυρόπουλος, 2026

[8] Klaassen L., Molle W. and Paelinck J. 1981. “Dynamics of Urban Development” New York.

[10] Σόλων Κυδωνιάτης, Μεταφορά Πρωτευούσης

[13] Το μοντέλο Baugruppen αποτελεί μια καινοτόμα προσέγγιση εναλλακτικής βιώσιμης κατοίκησης που έχει αποκτήσει δυναμική στη Γερμανία και ειδικά στο Βερολίνο. Προάγει τη συλλογικότητα μέσω του σχηματισμού κοινοτήτων, της συν διαχείρισης πόρων και του συνεργατικού σχεδιασμού των χώρων διαβίωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημογραφική συρρίκνωση-περιφερειακές ανισότητες και αθηνοκεντρισμός.

  Απογραφή 2021: Η μείωση του πληθυσμού Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής ο  γηγενής πληθυσμός μειώθηκε κατά 3,5% μέσα σε μια δεκαετία ...